Τί γύρευες στ' αλβα-, στ' αλβανικό βουνό,
μονάκριβε νησιώτη
και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη,
και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη.
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει,
κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μέσ' το χιόνι.
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει,
κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μέσ' το χιόνι.
Τα χρόνια σου καπνός, καπνός τα παιδικά,
ανάσα η εφηβεία,
στον τοίχο ματωμένα ιδανικά,
μετάλλια και βραβεία,
στον τοίχο ματωμένα ιδανικά,
μετάλλια και βραβεία.
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει,
κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μέσ' το χιόνι.
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει,
κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μέσ' το χιόνι.


