Locomondo
Locomondo Βιογραφικό
Οι Locomondo, ένα από τα πιο επιδραστικά και αγαπητά συγκροτήματα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής, γεννήθηκαν το καλοκαίρι του 2003 στην Αθήνα. Η αφετηρία τους εντοπίζεται στη συνάντηση του Μάρκου Κούμαρη και του Γιάννη Βαρνάβα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας. Οι κοινές τους αναζητήσεις και η αγάπη τους για τους ήχους της Καραϊβικής οδήγησαν στη δημιουργία μιας μπάντας που αρχικά ονομάστηκε Urbana, πριν καταλήξει στο εμβληματικό όνομα Locomondo, μια ένωση της ισπανικής λέξης «loco» και της ιταλικής «mondo», που μεταφράζεται ως «τρελός κόσμος». Από την αρχή, οι Locomondo αφοσιώθηκαν στη μίξη της ρέγκε, της σκα και της λάτιν μουσικής, παντρεύοντας αυτούς τους ρυθμούς με τον ελληνικό στίχο και τον αγγλικό, δημιουργώντας ένα εντελώς δικό τους, αναγνωρίσιμο ηχόχρωμα. Τον Μάρτιο του 2004, οι Locomondo κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, με τίτλο «Ένας τρελός κόσμος», αντλώντας έμπνευση από το ίδιο τους το όνομα. Η κυκλοφορία αυτή συνοδεύτηκε από μια εκτενή πανελλαδική περιοδεία που τους έφερε σε άμεση επαφή με το κοινό. Η ενέργεια που εξέπεμπαν στις συναυλίες τους έγινε γρήγορα το σήμα κατατεθέν τους. Κάποια από τα πρώτα τους τραγούδια άρχισαν να κατακτούν τα ελληνικά ραδιόφωνα, ενώ η επιτυχία τους ξεπέρασε τα σύνορα όταν το κομμάτι «Στην Αθήνα» βρέθηκε στη λίστα του Radio France Internationale για δύο ολόκληρους μήνες. Η χρονιά του 2005 αποτέλεσε ορόσημο για την πορεία τους. Ο θρυλικός τρομπονίστας των Skatalites, Βιν Γκόρντον, μαγεμένος από τον ήχο τους, τους προσκάλεσε στην Τζαμάικα για την ηχογράφηση του νέου τους άλμπουμ. Αυτή η εμπειρία άλλαξε ριζικά τον μουσικό τους προσανατολισμό, προσδίδοντας αυθεντικότητα και βάθος στη ρέγκε ταυτότητά τους. Τον Ιούλιο του 2005 κυκλοφόρησε ο δίσκος «12 μέρες στην Τζαμάικα», ο οποίος κατέκτησε τα ελληνικά τσαρτ. Το κομμάτι που απογείωσε τη δημοτικότητά τους ήταν η ευφάνταστη διασκευή της «Φραγκοσυριανής» του Μάρκου Βαμβακάρη. Αυτή η διασκευή ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, ντύνοντας μουσικά την ταινία «Soul Kitchen» του σπουδαίου Τουρκο-Γερμανού σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν. Η συναυλιακή τους παρουσία γιγαντώθηκε γρήγορα. Το 2006 πραγματοποίησαν μια τεράστια καλοκαιρινή περιοδεία σε τριάντα ελληνικές πόλεις, χτίζοντας έναν πυρήνα πιστών οπαδών. Η δισκογραφία τους εμπλουτίστηκε με τεράστιες επιτυχίες όπως τα «O Glaros», «Veroniki», «Ekei Pou Ho Taksidepsei», «Ta Varia Timonia», «O Peiratis», και «O Kyrios Kostas». Κομμάτια όπως το «Den Thelo Na Pao Spiti Akoma» και το «To Karnavali Ksekina» έγιναν ύμνοι της νεολαίας και αναπόσπαστο κομμάτι των ζωντανών τους εμφανίσεων, ενώ τραγούδια όπως «Synnefaki Gkri», «Iliahtida» και «Gelas Pio Dynata» απέδειξαν τη στιχουργική τους ευαισθησία. Παράλληλα, μοιράστηκαν τη σκηνή με παγκόσμια ινδάλματα όπως οι Manu Chao, Skatalites, Chumbawamba και Ska Cubano, εδραιώνοντας τη θέση τους στην παγκόσμια εναλλακτική σκηνή. Οι Locomondo άφησαν μια ανεξίτηλη κληρονομιά, μετατρέποντας τη ρέγκε σε ένα μαζικό, χορευτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Η μουσική τους διαδρομή αποτελεί ένα συνεχές πάρτι που ενώνει διαφορετικές γενιές, μεταφέροντας μηνύματα ειρήνης, αγάπης και κοινωνικής αλληλεγγύης μέσα από κάθε στίχο και κάθε νότα που πηγάζει από τα εντυπωσιακά τους live, τα οποία έχουν πλέον γράψει χρυσές σελίδες στην ιστορία των εγχώριων φεστιβάλ. Αποτυπώσεις αυτής της μαγείας βρίσκονται σε ζωντανές ηχογραφήσεις όπως τα «Heria San Ki Afta – Live» και «Asteria Sti Skini – Live». Μέσα από τηλεοπτικές δράσεις, το σχήμα βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλων διοργανώσεων. Στα Mad Video Music Awards του 2014, ξεσήκωσαν το στάδιο εκτελώντας το «Chimbo» μαζί με τους Playmen και τον Mindblow. Παράλληλα, πρωταγωνίστησαν στα HOL Web Concerts by Mad, προσφέροντας ένα μοναδικό ψηφιακό live. Χαρακτηριστικές ήταν και οι εμφανίσεις τους στο Breaking Mad, όπου, γυρίζοντας αυθόρμητα selfie βίντεο, σχολίασαν το ρωσικό top-3 και αστειεύτηκαν για καφετέριες με κουνέλια, δείχνοντας την πιο χιουμοριστική πλευρά τους.


