Με μια ματιά
- Η εφηβεία είναι μια περίοδος έντονων αλλαγών, ανασφαλειών και πιέσεων, ενισχυμένων από τα social media.
- Έρευνα δείχνει ότι 1 στους 3 εφήβους στην Ελλάδα βιώνει άγχος, αλλά μόνο 1 στους 5 ζητά βοήθεια από ειδικό.
- Τα κορίτσια εμφανίζουν περισσότερο άγχος, ενώ τα αγόρια εκφράζουν τη δυσκολία τους μέσω θυμού ή ριψοκίνδυνων συμπεριφορών.
- Ο αυτοτραυματισμός και οι αυτοκτονικές σκέψεις απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση, με την υποστήριξη των ενηλίκων να είναι καθοριστική.
Στις 10 Οκτωβρίου, η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας έρχεται κάθε χρόνο να μας θυμίσει κάτι που, μέσα στους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας, συχνά ξεχνάμε. Πίσω από όσα βλέπουμε υπάρχει πάντα ένας εσωτερικός κόσμος που χρειάζεται χώρο, χρόνο και φροντίδα. Η ημέρα άρχισε να γιορτάζεται το 1992, με πρωτοβουλία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με στόχο να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση γύρω από τα ζητήματα ψυχικής υγείας και να ανοίξει ένας διάλογος που δεν θα περιορίζεται στη σιωπή ή στο στίγμα. Γιατί η ψυχική υγεία δεν αφορά μόνο τις δύσκολες περιόδους της ζωής μας. Είναι ο τρόπος που υπάρχουμε, που σχετιζόμαστε, που αγαπάμε, που αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Στο Mad.gr θέλαμε φέτος να σταθούμε σε μια φάση της ζωής μας που όλοι -ίσως μεγαλώνοντα-ς ξεχνάμε πόσο δύσκολη μπορεί να είναι. Η εφηβεία έρχεται με αλλαγές που δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις, με συναισθήματα που μοιάζουν μεγαλύτερα από εσένα και με την ανάγκη να ανακαλύψεις ποιος πραγματικά είσαι, την ώρα που γύρω σου όλοι μοιάζουν να περιμένουν να έχεις ήδη την απάντηση. Είναι η εποχή των πρώτων μεγάλων ονείρων, των ανασφαλειών, των δυνατών φιλιών, των συγκρίσεων, των απογοητεύσεων και εκείνων των μικρών ή μεγαλύτερων στιγμών που μπορεί να σε κάνουν να νιώσεις πως κανείς δεν σε καταλαβαίνει. Και μέσα σε όλα αυτά βρίσκονται σήμερα και τα social media, ένας ολόκληρος κόσμος που βρίσκεται διαρκώς μπροστά στην οθόνη και συχνά δημιουργεί την αίσθηση πως όλοι οι άλλοι είναι πιο όμορφοι, πιο δημοφιλείς, πιο επιτυχημένοι και πιο «κανονικοί».
Διάβασε επίσης: Hot Girl Walk: Η συνήθεια που ενώνει ψυχική υγεία και αυτοπεποίθηση σε 30 λεπτά
Για να κατανοήσουμε πραγματικά τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά, χρειάζεται να δούμε την εφηβεία μέσα από διαφορετικές οπτικές: τόσο μέσα από τη ματιά των ειδικών όσο και μέσα από τα μάτια των ίδιων των παιδιών που τη βιώνουν σήμερα. Μιλήσαμε με τον κ. Αθανάσιο Κανελλόπουλο, MD, MSc, Ψυχίατρο Παιδιών & Εφήβων – Ψυχιατροδικαστή από το «Θάλπος – Ψυχική Υγεία», για τις ανάγκες, τις πιέσεις και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι, αλλά και για όλα εκείνα που συχνά δυσκολευόμαστε, ως μεγαλύτεροι, να αναγνωρίσουμε πίσω από μια αλλαγή στη συμπεριφορά, μια έντονη αντίδραση ή μια ξαφνική σιωπή.
Παράλληλα, δώσαμε χώρο και στα ίδια τα παιδιά να μιλήσουν ανοιχτά για όσα σκέφτονται, όσα τα απασχολούν και τα φοβίζουν, αλλά και για εκείνα που θα ήθελαν οι γονείς και οι ενήλικες να καταλαβαίνουν λίγο καλύτερα για τον κόσμο στον οποίο μεγαλώνουν.
Ανυσηχητικά δεδομένα για τους εφήβους
Η εφηβεία είναι μια περίοδος γεμάτη αλλαγές και αντιφάσεις. Η διάθεση μπορεί να αλλάξει από τη μία στιγμή στην άλλη, η ανάγκη για προσωπικό χώρο μεγαλώνει και η επικοινωνία με τους γονείς συχνά γίνεται πιο δύσκολη. Αυτό που στους μεγαλύτερους μπορεί να μοιάζει με υπερβολικό θυμό, απότομη συμπεριφορά ή απλή ανάγκη για απομόνωση, μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας έφηβος προσπαθεί να διαχειριστεί όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω του. Και τα στοιχεία δείχνουν ότι η πίεση αυτή δεν είναι απλώς μια εντύπωση. Πρόσφατη έρευνα του ΕΚΠΑ καταγράφει ανησυχητικά επίπεδα άγχους περίπου σε 1 στους 3 εφήβους στην Ελλάδα, ενώ μόλις 1 στους 5 αναζητά βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας.

Για τον κ. Αθανάσιο Κανελλόπουλο, δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος που μπορεί να εξηγήσει αυτή την εικόνα. «Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μία μόνο αιτία», σημειώνει, εξηγώντας ότι οι σχολικές απαιτήσεις, η οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, οι οικογενειακές δυσκολίες, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η υπερέκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνυπάρχουν με τις συνέπειες που άφησε η πανδημία. Πρόκειται για ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο έφηβος καλείται να ανταποκριθεί σε πολλές διαφορετικές πιέσεις, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι και πού ανήκει.
Όπως εξηγεί ο κ. Κανελλόπουλος, σήμερα αναγνωρίζουμε καλύτερα τα συμπτώματα και οι ίδιοι οι έφηβοι μιλούν περισσότερο για όσα τους δυσκολεύουν. «Αυτό δεν σημαίνει ότι “όλα τα παιδιά είναι άρρωστα”. Σημαίνει ότι αρκετοί νέοι βιώνουν πραγματική ψυχική δυσφορία και χρειάζονται έγκαιρη υποστήριξη». Διεθνώς, περίπου 1 στους 7 εφήβους αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή, γεγονός που κάνει ακόμη πιο σημαντικό το να εντοπίζονται έγκαιρα τα σημάδια που δείχνουν ότι ένα παιδί δεν είναι απλώς «σε μια δύσκολη φάση».

Όταν ο πόνος γίνεται σιωπή
Σε αυτή την πραγματικότητα, τα κορίτσια ηλικίας 13 έως 15 ετών φαίνεται να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα έντονα το άγχος και τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Η κοινωνική σύγκριση, τα σχόλια για την εμφάνιση, η πίεση για αποδοχή και ο διαδικτυακός εκφοβισμός προστίθενται στις βιολογικές και συναισθηματικές αλλαγές της εφηβείας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα αγόρια βιώνουν λιγότερη ψυχική πίεση. Συχνά, σύμφωνα με τον κ. Κανελλόπουλο, η δυσκολία τους εκφράζεται διαφορετικά: μέσα από θυμό, επιθετικότητα, απόσυρση, ριψοκίνδυνες συμπεριφορές ή χρήση ουσιών. Έτσι, η χαμηλότερη αναγνώριση ορισμένων προβλημάτων στα αγόρια μπορεί να οφείλεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται παρά στην απουσία τους. Η συμπεριφορά, επομένως, χρειάζεται να διαβάζεται με μεγαλύτερη προσοχή και όχι να αποδίδεται αυτόματα στην «δύσκολη ηλικία».
Τα επίσημα στοιχεία από το Υπουργείο Υγείας και τις σχετικές πανελλαδικές έρευνες (π.χ. MARC A.E.) δίνουν μια ακόμη πιο τεκμηριωμένη διάσταση στην εικόνα, καθώς δείχνουν ότι 1 στους 6 νέους (17,6%) έχει δοκιμάσει τουλάχιστον μία φορά να αυτοτραυματιστεί, ποσοστό που φτάνει έως και το 29,7% αν συνυπολογιστούν οι ενδεχόμενες απαντήσεις. Παράλληλα, τα κορίτσια είναι ιδιαίτερα ευάλωτα, με το αντίστοιχο ποσοστό τους να ανέρχεται σε 20,3%. Το 40% όσων αυτοτραυματίστηκαν αναφέρει ότι το έκανε για πρώτη φορά μεταξύ 13 και 15 ετών, ενώ ένα 15% τοποθετεί την πρώτη εμπειρία πριν από την ηλικία των 13 ετών.

Όπως επισημαίνει ο κ. Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ο αυτοτραυματισμός «δεν είναι “μόδα” ούτε προσπάθεια να τραβήξει κάποιος την προσοχή», αλλά συχνά ένας τρόπος με τον οποίο ένα παιδί προσπαθεί να διαχειριστεί έντονα και δυσβάσταχτα συναισθήματα, όταν δεν διαθέτει άλλες δεξιότητες ή ένα ασφαλές πρόσωπο στο οποίο μπορεί να μιλήσει. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ένας έφηβος εκφράζει αυτοκτονικές σκέψεις, καθώς, όπως τονίζει ο ειδικός, «ο αυτοκτονικός ιδεασμός πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε σοβαρά». Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλει να πεθάνει, αλλά ότι θέλει να σταματήσει ένας ψυχικός πόνος που του φαίνεται αβάσταχτος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η στάση των ενηλίκων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική: χρειάζεται ψύχραιμη και ανοιχτή συζήτηση χωρίς επίκριση ή πανικό, άμεση ενημέρωση ενός γονέα ή άλλου υπεύθυνου ενήλικα και αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο κομμάτι της συζήτησης: τα στοιχεία δείχνουν ότι μόνο 1 στους 5 γονείς γνωρίζει ότι το παιδί του αυτοτραυματίζεται, ενώ οι έφηβοι στρέφονται κυρίως στο φιλικό τους περιβάλλον (68,4%) για να μιλήσουν. Η ανάγκη, επομένως, δεν είναι να περιμένουμε μέχρι ένας έφηβος να φτάσει στα όριά του για να τον ακούσουμε, ούτε να επαναπαυόμαστε αγνοώντας τι συμβαίνει στο οικογενειακό περιβάλλον. Είναι να δημιουργήσουμε από νωρίς ένα περιβάλλον όπου θα αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει, ακόμη και όταν δεν ξέρει ακριβώς πώς να περιγράψει αυτό που του συμβαίνει.
Μια γενιά με περισσότερες πιέσεις, όχι λιγότερη ανθεκτικότητα
Οι σημερινοί έφηβοι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο με περισσότερη ενημέρωση, περισσότερους τρόπους επικοινωνίας και περισσότερες δυνατότητες έκφρασης, αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται διαρκώς εκτεθειμένοι στην αξιολόγηση. Δεν κρίνονται μόνο για τις σχολικές τους επιδόσεις, αλλά και για την εμφάνισή τους, τις κοινωνικές τους σχέσεις και πλέον για την εικόνα που παρουσιάζουν στον ψηφιακό χώρο.

Ο κ. Αθανάσιος Κανελλόπουλος, δεν θεωρεί ότι οι νέοι σήμερα είναι απαραίτητα λιγότερο ανθεκτικοί από τις προηγούμενες γενιές. «Καλούνται να αντιμετωπίσουν διαφορετικού τύπου και συχνά συνεχή ερεθίσματα», εξηγεί, επισημαίνοντας ότι η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που είτε έχουμε είτε δεν έχουμε. «Καλλιεργείται μέσα από ασφαλείς σχέσεις, ρεαλιστικές προσδοκίες, ύπνο, σταθερότητα, σωματική δραστηριότητα και τη δυνατότητα να ζητά κανείς βοήθεια». Η δημιουργία, επομένως, ενός περιβάλλοντος όπου ο έφηβος μπορεί να ξεκουράζεται, να αποτυγχάνει χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την αξία του και να μιλά χωρίς φόβο είναι εξίσου σημαντική με την προσπάθεια να γίνει πιο «ανθεκτικός».

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει και η σχολική πίεση, με τις Πανελλαδικές να αποτελούν για πολλές οικογένειες μια περίοδο έντονου άγχους. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο ειδικός, «οι Πανελλαδικές δεν είναι από μόνες τους η αιτία ψυχικής διαταραχής». Το πρόβλημα μπορεί να γίνει μεγαλύτερο όταν η αξία ενός παιδιού συνδέεται αποκλειστικά με έναν βαθμό ή με το αποτέλεσμα μιας εξέτασης. Το μήνυμα που χρειάζεται να φτάνει στους εφήβους είναι ότι οι εξετάσεις μπορεί να είναι σημαντικές, αλλά δεν καθορίζουν ούτε την αξία ούτε την προσωπικότητα ούτε ολόκληρο το μέλλον τους. Για αυτό χρειάζεται να υπάρχει χώρος και για την ξεκούραση, τις φιλίες, τη μουσική, την άσκηση και την προσωπική ζωή, ώστε η επίδοση να αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας του παιδιού και όχι ολόκληρη την ταυτότητά του.
Social media και έφηβοι
Για έναν έφηβο, τα social media δεν είναι απλώς ένας τρόπος επικοινωνίας, αλλά ένα καθημερινό περιβάλλον όπου η σύγκριση με τους άλλους γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. «Τα social media μετατρέπουν την καθημερινότητα σε μια διαρκή σκηνή σύγκρισης», εξηγεί ο κ. Κανελλόπουλος, MD, MSc, Ψυχίατρος Παιδιών & Εφήβων – Ψυχιατροδικαστής από το Θάλπος. Ο έφηβος βλέπει κυρίως τις πιο επιλεγμένες και επεξεργασμένες στιγμές των άλλων και συχνά τις συγκρίνει με τη δική του πραγματική ζωή, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμησή του. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο ειδικός, «το πρόβλημα δεν είναι κάθε χρήση της τεχνολογίας». Τα social media μπορούν να προσφέρουν επικοινωνία, δημιουργικότητα και αίσθηση κοινότητας. Η δυσκολία αρχίζει όταν η χρήση γίνεται ανεξέλεγκτη, επηρεάζει τον ύπνο, οδηγεί σε απομόνωση ή δημιουργεί μια συνεχή ανάγκη για επιβεβαίωση. Ενδεικτικά, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καταγράψει αύξηση της προβληματικής χρήσης social media στους εφήβους από 7% το 2018 σε 11% το 2022.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την πραγματικότητα έχουν και οι αλγόριθμοι, οι οποίοι προτείνουν περισσότερο περιεχόμενο παρόμοιο με αυτό που ήδη παρακολουθεί ή αναζητά ο χρήστης. Έτσι, ένας έφηβος που εκτίθεται σε περιεχόμενο για δίαιτες, ακραία πρότυπα σώματος ή αυτοτραυματισμό μπορεί να βρεθεί σταδιακά σε μια ολοένα πιο επιβαρυντική «κλειστή» ροή. «Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μόνο στο παιδί ή στην οικογένεια», τονίζει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ασφαλέστερες πλατφόρμες, ουσιαστική εποπτεία, εύκολη αναφορά επιβλαβούς περιεχομένου και εκπαίδευση των νέων. Παράλληλα, οι γονείς χρειάζεται να γνωρίζουν τι βλέπει το παιδί τους, χωρίς όμως η επίβλεψη να μετατρέπεται σε διαρκή αστυνόμευση.

Και μέσα σε αυτή τη σχέση με την οθόνη, ο ύπνος είναι ένας από τους πρώτους τομείς που μπορεί να επηρεαστούν. «Ο ύπνος είναι βασικός παράγοντας για τη συγκέντρωση, τη μνήμη, τη ρύθμιση του συναισθήματος και την ανθεκτικότητα στο στρες», σημειώνει ο ειδικός. Η νυχτερινή χρήση του κινητού μπορεί να καθυστερεί την κατάκλιση και να αυξάνει τη διέγερση, ενώ η προβληματική χρήση των social media έχει συσχετιστεί με λιγότερο ύπνο και αργότερη ώρα κατάκλισης. Ένας απλός πρακτικός κανόνας είναι το κινητό να μένει έξω από το κρεβάτι και να υπάρχει μια σταθερή ώρα αποσύνδεσης πριν από τον ύπνο. Όχι γιατί η τεχνολογία είναι ο «εχθρός», αλλά γιατί χρειάζεται να παραμένει ένα εργαλείο και όχι να καταλαμβάνει τον χώρο που χρειάζεται ένας έφηβος για ξεκούραση, πραγματική επικοινωνία και ισορροπία.
Η μουσική ως καταφύγιο και τρόπος έκφρασης
Για έναν έφηβο, η μουσική μπορεί να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια μορφή ψυχαγωγίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ασφαλής χώρος όπου συναισθήματα που είναι δύσκολο να μπουν σε λέξεις βρίσκουν τελικά τρόπο να εκφραστούν. Όπως εξηγεί ο κ. Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ένα τραγούδι μπορεί να μεταφέρει ουσιαστικά το μήνυμα ότι «κάποιος άλλος έχει νιώσει κάτι παρόμοιο». Αυτή η αίσθηση αναγνώρισης μπορεί να μειώσει το αίσθημα μοναξιάς και να βοηθήσει έναν νέο να κατανοήσει καλύτερα όσα αισθάνεται. Παράλληλα, η μουσική μπορεί να συμβάλει στη ρύθμιση της διάθεσης, στη χαλάρωση και στη σύνδεση με τους άλλους. Δεν αντικαθιστά, βέβαια, την ψυχοθεραπεία ή την απαραίτητη ιατρική φροντίδα όταν υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα ψυχικής υγείας, μπορεί όμως να αποτελέσει ένα πολύτιμο καθημερινό εργαλείο έκφρασης και συναισθηματικής αποφόρτισης.

Ακόμη πιο σημαντική μπορεί να γίνει η μουσική όταν ο έφηβος περνά από τον ρόλο του ακροατή σε εκείνον του δημιουργού. Η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, η συμμετοχή σε ένα συγκρότημα ή η συγγραφή στίχων δίνουν στο παιδί τη δυνατότητα να δημιουργήσει αντί να καταναλώνει απλώς περιεχόμενο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να ενισχυθούν η αυτοπεποίθηση, η αίσθηση ικανότητας και η επιμονή, ενώ η συμμετοχή σε μια μπάντα προσφέρει παράλληλα κάτι εξίσου σημαντικό: την αίσθηση ότι ανήκει σε μια ομάδα. Ιδιαίτερα η στιχουργική και το rap μπορούν να λειτουργήσουν ως δημιουργικές διέξοδοι για συναισθήματα όπως ο θυμός, η αδικία ή η σύγχυση, επιτρέποντας στον έφηβο να τα μετατρέψει σε λόγο, ιστορία και προσωπική αφήγηση.
Όταν η εικόνα του σώματος γίνεται πηγή πίεσης
Στην εφηβεία, μια περίοδο κατά την οποία το σώμα αλλάζει γρήγορα και η ανάγκη για αποδοχή γίνεται ιδιαίτερα έντονη, η σχέση με την εικόνα μπορεί εύκολα να γίνει δύσκολη. Όταν η εξωτερική εμφάνιση αρχίζει να αποτελεί το βασικό κριτήριο για την προσωπική αξία, κάθε απόκλιση από ένα ιδανικό πρότυπο μπορεί να βιώνεται ως αποτυχία. Η συνεχής παρακολούθηση του σώματος, οι φωτογραφίες, οι δίαιτες, οι συγκρίσεις και τα σχόλια για την εμφάνιση μπορούν να ενισχύσουν το άγχος και τη ντροπή. Υπάρχουν, μάλιστα, συμπεριφορές που χρειάζεται να κινητοποιήσουν την προσοχή των γονέων, όπως η αποφυγή καθρεφτών ή κοινωνικών δραστηριοτήτων, η υπερβολική άσκηση, οι αυστηροί περιορισμοί στο φαγητό, οι συχνές ζυγίσεις και η επίμονη ενασχόληση με «ατέλειες» που οι ίδιοι οι γύρω μπορεί να μην αντιλαμβάνονται.

Οι διατροφικές διαταραχές, όπως εξηγεί ο κ. Αθανάσιος Κανελλόπουλος, δεν είναι απλώς μια δίαιτα ή μια επιλογή τρόπου ζωής, αλλά «σοβαρές ψυχικές καταστάσεις». Στις ηλικίες 12-18 ετών συναντώνται πολλοί παράγοντες που μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά: η σωματική αλλαγή της εφηβείας, η ανάγκη για έλεγχο, η αναζήτηση ταυτότητας, το άγχος, η τελειοθηρία και η έκθεση σε πρότυπα που προβάλλουν τη λεπτότητα ή τη μυϊκότητα ως ιδανικό. Μετά την πανδημία έχουν καταγραφεί αυξημένες ανάγκες για φροντίδα σε νέους με διατροφικές διαταραχές, χωρίς όμως να υπάρχει μία και μοναδική αιτία για την εμφάνισή τους. Γι’ αυτό και η έγκαιρη αναγνώριση των αλλαγών στη συμπεριφορά και η αναζήτηση εξειδικευμένης, διεπιστημονικής βοήθειας μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Ο θυμός που δεν βρίσκει λέξεις
Η βία και η επιθετικότητα στην εφηβεία δεν εμφανίζονται πάντα χωρίς προειδοποίηση. Πίσω από έναν έντονο θυμό ή μια επιθετική συμπεριφορά μπορεί να βρίσκονται φόβος, ντροπή, πένθος, τραύμα, απόρριψη ή η αδυναμία του εφήβου να διαχειριστεί μια απογοήτευση. Όπως εξηγεί ο κ. Αθανάσιος Κανελλόπουλος, «η επιθετικότητα μπορεί να είναι η ορατή έκφραση ενός αόρατου προβλήματος». Αυτό δεν σημαίνει ότι η βία δικαιολογείται ή ότι πρέπει να αγνοούνται τα όρια και η ανάγκη προστασίας των άλλων. Σημαίνει, όμως, ότι μαζί με τις συνέπειες χρειάζεται να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς επικοινωνεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Ένας έφηβος μπορεί να λέει «δεν με νοιάζει», ενώ στην πραγματικότητα να μην ξέρει πώς να εκφράσει ότι πονάει ή ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτό που του συμβαίνει. Σε αυτό το σημείο ο ειδικός αναφέρεται και στον συναισθηματικό αναλφαβητισμό, δηλαδή στη δυσκολία ενός παιδιού να αναγνωρίσει, να ονομάσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του. «Όταν ένα παιδί δεν μπορεί να πει “νιώθω απογοήτευση” ή “φοβάμαι ότι θα αποτύχω”, μπορεί να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα με θυμό, σιωπή, σωματικά συμπτώματα ή απόσυρση», εξηγεί. Γι’ αυτό και η εκπαίδευση στα συναισθήματα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά μια βασική δεξιότητα ζωής, που βοηθά τον έφηβο να επικοινωνεί, να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, να επιλύει προβλήματα και, κυρίως, να αναζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται.
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού
Ο εκπαιδευτικός μπορεί να είναι από τους πρώτους ανθρώπους που θα παρατηρήσουν ότι κάτι έχει αλλάξει στη συμπεριφορά ενός εφήβου. Όπως επισημαίνει ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος, ένα μεμονωμένο σημάδι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποια ψυχική διαταραχή. Αυτό που χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή είναι οι επίμονες ή απότομες αλλαγές στη λειτουργικότητα του μαθητή. Μια ξαφνική πτώση στη σχολική επίδοση ή αύξηση των απουσιών, η κοινωνική απόσυρση και η απώλεια ενδιαφέροντος, η έντονη ευερεθιστότητα, τα ξεσπάσματα ή μια ασυνήθιστη επιθετικότητα μπορούν να αποτελούν ενδείξεις ότι ένας νέος δυσκολεύεται. Το ίδιο ισχύει για σημαντικές αλλαγές στον ύπνο, την ενέργεια ή τη διατροφή, συχνά σωματικά ενοχλήματα χωρίς σαφή οργανική αιτία, αλλά και σημάδια αυτοτραυματισμού ή αναφορές σε θάνατο και απελπισία. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται επίσης περιστατικά εκφοβισμού, διαδικτυακής παρενόχλησης ή ξαφνικής απομόνωσης από την ομάδα.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού, ωστόσο, δεν είναι να κάνει διάγνωση. Είναι να αναγνωρίσει ότι κάτι έχει αλλάξει και να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο ώστε ο μαθητής να μπορέσει να μιλήσει. Μια ιδιωτική και ήρεμη συζήτηση, χωρίς επίκριση ή πίεση, μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο σημαντικό βήμα. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται συνεργασία με τους υπεύθυνους της σχολικής κοινότητας και την οικογένεια και, όταν κρίνεται απαραίτητο, έγκαιρη παραπομπή σε ειδικό ψυχικής υγείας. Γιατί πολλές φορές το σημαντικότερο δεν είναι να γνωρίζουμε αμέσως τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά να έχουμε παρατηρήσει εγκαίρως ότι κάτι έχει αλλάξει και ότι ο έφηβος χρειάζεται κάποιον να τον ακούσει.
Οι νέοι μιλούν:
«Ο θεσμός των Πανελλαδικών έχει προωθηθεί ως η μόνη ευκαιρία για επαγγελματική αποκατάσταση και κατ’ επέκταση αυτό με αγχώνει όλο και περισσότερο. Δυστυχώς είναι με τέτοιον τρόπο διαμορφωμένες αυτές οι εξετάσεις που δεν θέτουν σε προτεραιότητα την ψυχολογία των εφήβων, προκαλώντας μας συχνά υπερκόπωση και εξάντληση, σε μια ηλικία όπου δεν θα έπρεπε να υποβαλλόμαστε σε τέτοια πίεση». – Αποστόλης, 17 ετών
«Σίγουρα η αβεβαιότητα για το μέλλον, μου προκαλεί μια ανασφάλεια και αμφιβολία για το αν τα σχέδια μου θα μπορέσουν να επιτευχθούν. Ωστόσο αυτό δεν με πτοεί από το να κυνηγήσω τα όνειρα μου, έχοντας συγχρόνως σαν εφόδιο την προσαρμοστικότητα, την οποία κρίνω απαραίτητη στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας». – Αποστόλης, 17 ετών
«Nομίζω ότι αν είμαι πολύ αδύνατη θα αρέσω περισσότερο στους γύρω μου. Οπότε τρώω ελάχιστα ή πολύ υγιεινά όπως βλέπω και στο TikTok». – Ειρήνη, 19 ετών
«Ναι νιώθω πόνο ή ανακατωσούρα στο στομάχι. Πολλές φορές έχω κάνει εμετό. Βέβαια θεωρώ ότι έτσι θα χάσω κιλά οπότε μετά χαίρομαι». – Ειρήνη, 19 ετών
«Στην αρχή μου ήταν δύσκολο να μιλήσω στους γονείς μου γιατί ένιωθα πως αν τους έλεγα κάτι θα με μαλώναν θα μου φώναζαν. Όταν μιλήσα με έναν μεγαλύτερο που έμπιστευομουν και τους εξήγησε την κατάσταση που περνάω κατάλαβαν και προσπάθησαν να μου μιλήσουν με όμορφο τρόπο και να βρουμε μια λύση μαζί . Πλέον όλο αυτό που πέρασα με έκανε να έχω μια πιο ανοιχτή σχέση με τους γονείς και να μπορώ να τους μιλάω για οτιδήποτε μου έχει συμβεί». – Βαρβάρα, 13 ετών
«Ναι υπάρχουν στιγμές που νιώθω συναισθηματικά μπλοκαρισμένη και δυσκολεύομαι να εξηγήσω τι αισθάνομαι γιατί φοβάμαι και νιώθω ότι αν μιλήσω σε κάποιον θα με κρίνει η θα με μαλώσει ειδικά στους γονείς μου». – Βαρβάρα, 13 ετών
Πίσω από τη σιωπή υπάρχει πάντα μια ιστορία
Ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε να κρατήσουμε από όλα όσα μας είπαν οι ειδικοί, αλλά και οι ίδιοι οι έφηβοι, είναι πως πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει μια ανάγκη που δεν βλέπουμε πάντα. Πίσω από τον θυμό μπορεί να κρύβεται φόβος, πίσω από τη σιωπή μια ανάγκη για βοήθεια και πίσω από μια «υπερβολική» αντίδραση ένας νέος άνθρωπος που προσπαθεί να διαχειριστεί περισσότερα απ’ όσα μπορεί να εκφράσει. Η εφηβεία δεν χρειάζεται περισσότερη κριτική, αλλά περισσότερη κατανόηση, ασφάλεια και ανθρώπους πρόθυμους να ακούσουν χωρίς να βιαστούν να δώσουν λύσεις. Δεν μπορούμε να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε πίεση ή δυσκολία, μπορούμε όμως να φροντίσουμε να μη χρειάζεται να τις αντιμετωπίζουν μόνα τους. Γιατί πολλές φορές το πιο σημαντικό που μπορεί να ακούσει ένας έφηβος δεν είναι «θα περάσει», αλλά ένα απλό και ουσιαστικό: «Σε ακούω. Είμαι εδώ».
Κεντρική Εικόνα: Pexels
Διάβασε επίσης:
- Πώς η υπόθεση του Lil Nas X αλλάζει τον διάλογο για τη ψυχική υγεία
- Πολλές κακές ειδήσεις; Πώς να προστατεύσεις την ψυχική σου υγεία από την υπερπληροφόρηση
Για σχόλια, μηνύματα ή φωτογραφικό υλικό σχετικά με το Mad.gr, επισκεφτείτε μας στο Facebook ή ακολουθήστε μας στο Instagram, στο TikTok και στο YouTube.


