Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχείται τα τελευταία χρόνια από την αίσθηση ότι το διαδίκτυο έχει μετατραπεί σε έναν χώρο διάχυτης τοξικότητας και επιθετικότητας. Ωστόσο, νέα επιστημονική έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει ριζικά αυτή την αντίληψη, δείχνοντας ότι οι χρήστες υπερεκτιμούν σε μεγάλο βαθμό το ποσοστό όσων ευθύνονται για επιθετικές και μισαλλόδοξες συμπεριφορές online. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του πανεπιστημίου του Stanford και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «PNAS Nexus». Βασίστηκε σε έρευνα με περισσότερους από 1.000 συμμετέχοντες, οι οποίοι κλήθηκαν να εκτιμήσουν πόσο διαδεδομένη είναι η τοξική συμπεριφορά σε δημοφιλείς ψηφιακές πλατφόρμες. Οι απαντήσεις τους συγκρίθηκαν με πραγματικά δεδομένα από τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα.

Διάβασε επίσης: Έρχεται το αυστραλιανό μοντέλο στα social media;
Τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν εντυπωσιακά. Οι συμμετέχοντες εκτιμούσαν ότι σχεδόν το 50% των χρηστών του Reddit έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς επιθετικά ή μισαλλόδοξα σχόλια. Σύμφωνα όμως με τα πραγματικά δεδομένα που ανέλυσαν οι ερευνητές, το ποσοστό αυτό ανέρχεται μόλις στο 3%. Πρόκειται για υπερεκτίμηση κατά περίπου 13 φορές, ένα χάσμα που αναδεικνύει πόσο στρεβλή μπορεί να είναι η συλλογική αντίληψη για την ψηφιακή συμπεριφορά. Ανάλογη εικόνα προέκυψε και σε ό,τι αφορά τη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Οι ερωτηθέντες πίστευαν ότι περίπου το 47% των χρηστών του Facebook έχει κοινοποιήσει ψευδές περιεχόμενο. Η πραγματική αναλογία, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι 8.5%. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η απόκλιση στην αντίληψη γύρω από τους λεγόμενους υπερδιακινητές παραπληροφόρησης. Οι συμμετέχοντες θεωρούσαν ότι περίπου το 33% των χρηστών ανήκει σε αυτή την κατηγορία, ενώ τα δεδομένα δείχνουν ότι λιγότερο από 0.5% των χρηστών ευθύνεται για συστηματική και εκτεταμένη διάδοση ψευδών ειδήσεων.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι οι χρήστες αδυνατούν να αναγνωρίσουν την τοξική συμπεριφορά. Αντιθέτως, οι περισσότεροι μπορούν εύκολα να εντοπίσουν πότε ένα σχόλιο είναι επιθετικό ή προσβλητικό. Το σφάλμα εμφανίζεται στο επόμενο στάδιο, όταν αυτή η συμπεριφορά γενικεύεται και αποδίδεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού απ’ ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη στρέβλωση παίζουν και οι αλγόριθμοι των πλατφορμών. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα συστήματα προώθησης περιεχομένου δίνουν προτεραιότητα σε ό,τι προκαλεί έντονες αντιδράσεις, ανεξαρτήτως ποιότητας ή κοινωνικής αξίας. Έτσι, το πιο ακραίο και επιθετικό περιεχόμενο προβάλλεται δυσανάλογα, ενισχύοντας την αίσθηση ότι κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο.

Σε αυτό προστίθεται και η ανθρώπινη ψυχολογική τάση να θυμόμαστε πιο έντονα τις αρνητικές εμπειρίες, καθώς και η ανωνυμία του Διαδικτύου, η οποία αποδυναμώνει τη σύνδεση ανάμεσα σε λόγο και πρόσωπο. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πραγματικότητα φαίνεται πολύ πιο ζοφερή απ’ ό,τι είναι. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαδικτυακή τοξικότητα αποτελεί υπαρκτό αλλά περιορισμένο φαινόμενο, το οποίο διογκώνεται στη συλλογική συνείδηση λόγω της υπερέκθεσης και της επαναληπτικότητας. Η αναγνώριση αυτής της αναλογίας μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο βήμα για πιο ψύχραιμες πολιτικές ρύθμισης, αλλά και για μια πιο ρεαλιστική κατανόηση του ψηφιακού δημόσιου χώρου.
Κεντρική φωτογραφία: www.freepik.com
Διάβασε επίσης: Μετά το «ghosting», έρχεται το «ζombieing»: Όταν πρώην επανέρχονται ξαφνικά στη ζωή σου
Για σχόλια, μηνύματα ή φωτογραφικό υλικό σχετικά με το Mad.gr, επισκεφτείτε μας στο Facebook, επικοινωνήστε μέσω Twitter ή ακολουθήστε μας στο Instagram.



