Κάθε εποχή διαμόρφωσε τον δικό της τύπο γοητείας και ανέδειξε πρόσωπα που δεν ήταν απλώς δημοφιλή αλλά καθρέφτιζαν τον χαρακτήρα της κοινωνίας που τα θαύμαζε. Από το θέατρο του μεσοπολέμου μέχρι τη σύγχρονη εποχή των ψηφιακών μέσων η εικόνα του άνδρα είδωλου άλλαξε αμέτρητες φορές. Η διαδρομή είναι πλούσια και πολυεπίπεδη. Στην αρχή του 20ου αιώνα σε μια Ελλάδα που άρχιζε να αναζητά την πολιτιστική της ταυτότητα το θέατρο ήταν το επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής. Ο Αιμίλιος Βεάκης και ο Αλέξης Μινωτής ενσάρκωσαν τον άνδρα που εξέπεμπε κύρος και παιδεία. Η γοητεία τους δεν βασιζόταν στη μαζική προβολή αλλά στη σκηνική τους δύναμη. Τότε το είδωλο ήταν σχεδόν συνώνυμο της πνευματικότητας.

Διάβασε επίσης: Οι κινηματογραφικές σκηνές του ελληνικού σινεμά που έγιναν meme και απογειώνονται ως σήμερα στα social media
Μετά την καταστροφή του πολέμου οι Έλληνες αναζήτησαν πρόσωπα που να μεταφέρουν αισιοδοξία και ανακούφιση. Ο κινηματογράφος έγινε το νέο καταφύγιο. Ο Μιχάλης Νικολινάκος εμφανίστηκε ως ο πρώτος άνδρας με σπάνια διεθνή λάμψη. Υψηλόσωμος, κομψός και φωτογενής, ταξίδεψε ακόμη και στις Κάννες. Συνάμα, αναδείχθηκε ο Κώστας Κακκαβάς, ο άνθρωπος που με το μελαχρινό παρουσιαστικό του και την έντονη σκηνική παρουσία έγινε το απόλυτο πρότυπο του ζεν πρεμιέ της εποχής.

1950 – 1960: Η χρυσή εποχή των ζεν πρεμιέ
Η δεκαετία αυτή υπήρξε το μεγάλο θαύμα του ελληνικού κινηματογράφου. Οι αίθουσες γέμιζαν καθημερινά, οι ταινίες ταξίδευαν σε φεστιβάλ του εξωτερικού και το ελληνικό κοινό άρχισε να δημιουργεί για πρώτη φορά πραγματικά είδωλα. Ήταν η εποχή όπου η γοητεία των ανδρών περνούσε με φυσικότητα από το θέατρο στη μεγάλη οθόνη και όπου η έννοια του ζεν πρεμιέ διαμορφώθηκε με τρόπο σχεδόν μυθικό.

Στο κέντρο αυτής της εποχής δεσπόζει η μορφή του Δημήτρη Χορν. Με αφετηρία την αξεπέραστη θεατρική του παιδεία και τη διανοητική καλλιέργεια, ο Δημήτρης Χορν δεν ήταν απλώς όμορφος ή ταλαντούχος. Ήταν αριστοκρατικός, η επιτομή της κομψότητας, και εξέπεμπε γοητεία χωρίς να προσπαθεί. Η παρουσία του διαμόρφωσε το πρότυπο του εκλεπτυσμένου άνδρα που δεν χρειάζεται υπερβολές για να σαγηνεύσει.

Διάβασε επίσης: 20 ελληνικά τραγούδια για να φτιάξεις την πιο cool χριστουγεννιάτικη playlist
Το αντίπαλον δέος ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο οποίος αντιπροσώπευσε ένα εντελώς διαφορετικό πρότυπο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά μοντέρνος Έλληνας ζεν πρεμιέ. Συνδύαζε το λαμπερό αλλά όχι κραυγαλέο παρουσιαστικό με μια διανοούμενη αύρα. Η ομορφιά του δεν ήταν απλώς κινηματογραφική. Ήταν κομψή και σχεδόν ευρωπαϊκή, με μια εσωτερική γοητεία που τον έκανε να λάμπει. Ο Νίκος Κούρκουλος, από την άλλη, έφερε στο ελληνικό κοινό το απόλυτο ανδρικό πρότυπο. Σκληρός αλλά δίκαιος, δυναμικός αλλά ποτέ υπερβολικός, ο Νίκος Κούρκουλος είχε αυτή τη σπάνια ένταση στο βλέμμα που τον έκανε απίστευτα γοητευτικό.

Η δεκαετία αυτή όμως δεν ήταν μόνο δράμα και εσωτερικότητα. Ήταν και λάμψη. Ο Φαίδων Γεωργίτσης υπήρξε ο νεανικός αστέρας των μιούζικαλ. Η εικόνα του παραμένει μέχρι σήμερα συνώνυμο μιας ανέμελης και αισιόδοξης Ελλάδας. Ο Λάκης Κομνηνός αντιπροσώπευσε την πιο ήρεμη αλλά εξίσου ελκυστική μορφή γοητείας.

Και τέλος ο Νίκος Γαλανός ανήκει στους άνδρες που κατάφεραν να ενώσουν δύο εποχές. Από τη μια πλευρά είχε το αρχοντικό ύφος των παλαιότερων ζεν πρεμιέ. Από την άλλη ήταν σαν να έφερνε τον αέρα της νέας εποχής, πιο ανάλαφρος, πιο καθημερινός, πιο κοντά στη νεολαία της εποχής που ανέτειλε. Για αυτό χαρακτηρίστηκε ο τελευταίος αυθεντικός ζεν πρεμιέ της χρυσής εποχής, ο επίλογος μιας γενιάς που άφησε πίσω της μυθική λάμψη.

1960 – 1970: Ο μύθος του Ανδρέα Μπάρκουλη
Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ υπήρξε από τους σημαντικότερους άνδρες του ελληνικού θεάματος, ένας ηθοποιός που συνδύαζε σπάνια υποκριτική δύναμη και γνήσια λαϊκή γοητεία. Με μια παρουσία που έβγαζε αμεσότητα και ευγένεια, με το ιδιαίτερο βλέμμα και τη στιβαρή φωνή του, έγινε σημείο αναφοράς για το κοινό.

Διάβασε επίσης: 12 τραγούδια που θα πατήσουν play στη γιορτινή σου διάθεση
Όμως η δεκαετία αυτή ανήκει δικαιωματικά στον Ανδρέα Μπάρκουλη γιατί γύρω από το όνομά του χτίστηκε ίσως ο πρώτος μεγάλος ανδρικός μύθος του ελληνικού σινεμά. Η φράση «Κορίτσια ο Μπάρκουλης» δεν ήταν απλώς ένα χαριτωμένο σύνθημα. Ήταν μια κραυγή ενθουσιασμού που ακουγόταν στις αίθουσες, στις αυλές των σχολείων, στις βόλτες της Κυριακής. Κάθε νέα του εμφάνιση προκαλούσε αναστάτωση. Οι μαθήτριες έκοβαν φωτογραφίες από περιοδικά, τις κολλούσαν σε τετράδια, σε τοίχους, σε ντουλάπες, έγραφαν με στυλό το όνομά του στα θρανία. Σχηματίζονταν μικρές άτυπες λέσχες θαυμαστριών, παρέες που αντάλλασσαν αποκόμματα και παρακολουθούσαν μανιωδώς κάθε ταινία στην οποία συμμετείχε.

Η υστερία γύρω από το πρόσωπό του είχε διαστάσεις που δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς σήμερα. Ο Ανδρέας Μπάρκουλης έγινε ένα είδος συλλογικού ονείρου. Κάθε νεαρή κοπέλα της εποχής μπορούσε να τον φανταστεί ως ιδανικό σύντροφο, κάθε νεαρός άνδρας έβλεπε σε αυτόν το πρότυπο που έπρεπε να πλησιάσει για να θεωρηθεί γοητευτικός. Έτσι γράφτηκε ο μύθος του. Όχι μόνο με ρόλους, αλλά με τον τρόπο που επηρέασε την ίδια την καθημερινή φαντασία της κοινωνίας.

Παράλληλα, στην ίδια δεκαετία εμφανίστηκε και ο Άλκης Γιαννακάς, φέρνοντας στην οθόνη μια εντελώς διαφορετική μορφή ανδρικής γοητείας. Αν ο Ανδρέας Μπάρκουλης ήταν το αγόρι που όλοι ήθελαν να αγαπήσουν, ο Άλκης Γιαννακάς ήταν το παιδί που δεν μπορούσε να τιθασευτεί. Ατίθασος, έντονος, με βλέμμα που έμοιαζε να κρύβει μυστικά, εξέφρασε την πλευρά εκείνη της ανδρικής προσωπικότητας που δεν χωρά εύκολα σε καλούπια. Ο ρόλος του στο Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη σφράγισε οριστικά αυτή την εικόνα.

1970 – 1980: Από τον ρομαντικό ήρωα στο λαϊκό είδωλο
Η δεκαετία του ’70 υπήρξε για την Ελλάδα μια περίοδος έντονης μετάβασης. Η μεταπολίτευση έφερε μαζί της μια νέα κοινωνική ανάσα, μια απελευθέρωση συναισθημάτων, μια ανάγκη για εκτόνωση και για επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας. Ο κόσμος αναζητούσε πρόσωπα που να εκφράζουν τη λαϊκή ψυχή, ανθρώπους που θα μιλούσαν απευθείας στο συναίσθημα. Σε αυτή την ατμόσφαιρα γεννήθηκε ένας νέος τύπος ανδρικού ειδώλου, πιο άμεσος, πιο τραγουδισμένος, πιο συνυφασμένος με την καθημερινότητα του ελληνικού κοινού.
Ο πρίγκιπας του ελληνικού πενταγράμμου, ο Τόλης Βοσκόπουλος, στάθηκε στο κέντρο της αλλαγής αυτής. Δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής. Ήταν ο άνδρας που ενσάρκωσε τον έρωτα της εποχής, τον ρομαντισμό της νύχτας, την υπερβολή του πάθους που χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Κομψός και λαμπερός, ο Τόλης Βοσκόπουλος κατέκτησε τις πίστες, τα ραδιόφωνα, τα περιοδικά και κυρίως τις καρδιές. Οι γυναίκες τον αποθέωναν, οι άνδρες τον παρακολουθούσαν ως πρότυπο και οι αίθουσες των κέντρων τραγουδιού γέμιζαν μέχρι το ξημέρωμα. Ωστόσο, η κοινωνία συνέχισε να μεταβάλλεται.

Διάβασε επίσης: Τα 10 ελληνικά τραγούδια που γίνονται το soundtrack της γυναικείας αυτοπεποίθησης
1980 – 1990: Η εποχή της βιντεοκασέτας
Η δεκαετία του ‘80 υπήρξε μια ριζική τομή για την ελληνική κοινωνία. Ήταν η εποχή της βιντεοκασέτας, των νυχτερινών κέντρων, των εντυπωσιακών εμφανίσεων, της ποπ κουλτούρας που άρχισε να διαμορφώνεται με νέους κανόνες και συχνά ανατρεπτικούς. Στο επίκεντρο της νέας αυτής κουλτούρας βρέθηκε ο Πάνος Μιχαλόπουλος. Ο Πάνος Μιχαλόπουλος έγινε το απόλυτο αρσενικό των βιντεοταινιών. Η οθόνη τον αγαπούσε γιατί κρατούσε μια σπάνια ισορροπία. Από τη μία πλευρά ήταν αρρενωπός, με χαρακτηριστικά που θύμιζαν τους παλιούς ζεν πρεμιέ, αλλά από την άλλη νευρώδης, καθημερινός, άμεσος, σχεδόν απρόβλεπτος. Δίπλα του, αλλά με εντελώς διαφορετικό ύφος, ξεχώρισε ο Σταμάτης Γαρδέλης. Κάθε του εμφάνιση στην οθόνη ξυπνούσε ενθουσιασμό και η δημοφιλία του έπιανε κορυφές που μόνο τα πιο λαμπερά είδωλα πετυχαίνουν.

Και μέσα σε όλο αυτό το κύμα λαϊκής κουλτούρας ήρθε ο άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον. Ο Μπίλι Μπο.

Ο Μπίλι Μπο δεν ήταν προϊόν της βιντεοκασέτας. Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ένας σχεδιαστής μόδας που έγινε καλλιτεχνικό είδωλο, ένας άνθρωπος που διέλυσε τους κανόνες της ανδρικής εμφάνισης και έφερε στην Ελλάδα μια αισθητική που μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει. Με το εκκεντρικό του στιλ, τη χαρισματική του προσωπικότητα και την τόλμη να είναι ο εαυτός του σε μια εποχή λιγότερο ανεκτική, ο Μπίλι Μπο άλλαξε τα πάντα. Έφερε χρώμα, φαντασία, υπερβολή, απελευθέρωση. Έγινε σύμβολο δημιουργικότητας και ελευθερίας. Και το σημαντικότερο, άνοιξε τον δρόμο για να δουν οι Έλληνες την ανδρική εικόνα με εντελώς νέο βλέμμα.
1990 – 2000: Η ποπ κουλτούρα και ο θρίαμβος του Σάκη Ρουβά

Η δεκαετία του 90 υπήρξε η πρώτη πραγματικά ποπ δεκαετία της σύγχρονης Ελλάδας. Η χώρα άρχισε να ανοίγεται περισσότερο προς τη Δύση, η τηλεόραση άλλαζε μορφή, τα μουσικά κανάλια πολλαπλασιάζονταν και η νεολαία αναζητούσε έναν καλλιτέχνη που να μπορεί να συμβολίσει τον νέο ρυθμό ζωής. Έναν άνδρα που να συνδυάζει εμφάνιση, ταλέντο, κίνηση, εξωστρέφεια και νεανική ένταση. Αυτόν τον άνθρωπο τον βρήκε στο πρόσωπο του Σάκη Ρουβά. Έναν σταρ που δεν γνώριζε όρια. Σε μια εποχή όπου η ελληνική μουσική σκηνή στηριζόταν κυρίως σε λαϊκούς τραγουδιστές, ο Σάκης Ρουβάς έφερε την αισθητική της διεθνούς ποπ κουλτούρας. Έγινε γρήγορα ο πρώτος Έλληνας άνδρας που προκαλούσε μαζική υστερία. Οι έφηβες ούρλιαζαν στις συναυλίες, σχημάτιζαν ουρές για μια φωτογραφία, έγραφαν γράμματα, στόλιζαν τα δωμάτιά τους με αφίσες. Η τηλεόραση πρόβαλλε ασταμάτητα τα τραγούδια του και τα μουσικά βίντεο έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας του. Η Ελλάδα δεν είχε ξαναδεί τέτοια δημοφιλία. Ο Σάκης Ρουβάς έγινε ο απόλυτος σταρ της δεκαετίας, ο άνδρας είδωλο που όρισε την έννοια της ποπ φήμης στην Ελλάδα.

2000 – 2010: Από τον λαϊκό ρομαντισμό στην τηλεοπτική ακμή
Η είσοδος στη νέα χιλιετία άλλαξε τα πάντα στην ελληνική διασκέδαση. Οι ρυθμοί έγιναν πιο γρήγοροι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολλαπλασιάστηκαν, η τηλεόραση απέκτησε μια δύναμη χωρίς προηγούμενο και το κοινό άρχισε να διαμορφώνει ένα εντελώς νέο πρότυπο ανδρικής γοητείας. Ο άνδρας είδωλο της εποχής πλέον δεν προερχόταν μόνο από τη μουσική σκηνή ή το σινεμά. Προερχόταν από παντού. Ο Αλέξης Γεωργούλης εμφανίστηκε αρχικά μέσα από σειρές που έγιναν φαινόμενα της εποχής. Η γοητεία του συνδύαζε ρομαντική τρυφερότητα και αθώα απλότητα, στοιχεία που τον έκαναν άμεσα αγαπητό στο ευρύ κοινό.

Τα χρόνια αυτά έφεραν καινούριες μορφές προβολής. Ο Κωνσταντίνος Αργυρός έγινε ο απόλυτος εκπρόσωπος της νέας γενιάς τραγουδιστών. Με ισχυρή παρουσία στην παγκόσμια κουλτούρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και με σταθερή μουσική πορεία, έγινε το κεντρικό πρόσωπο των σύγχρονων ειδώλων. Στο θέατρο αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης.

Η εποχή των πλατφορμών
Η τρέχουσα εποχή χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή πολυμορφία. Ο άνδρας είδωλο δεν προβάλλεται πια αποκλειστικά από τη σκηνή, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Προβάλλεται ταυτόχρονα από πλατφόρμες, κοινωνικά δίκτυα, ψηφιακά κανάλια, ζωντανές εμφανίσεις, streaming σειρές, μουσικά βίντεο, ακόμη και από προσωπικό υλικό που ανεβάζει ο ίδιος. Η εικόνα του διαμορφώνεται μέσα σε έναν κόσμο όπου η προβολή είναι συνεχής και ο θαυμασμός παίρνει νέες μορφές. Η σημερινή γενιά ανδρικών ειδώλων δεν ακολουθεί απλώς τη ροή των μέσων. Τη διαμορφώνει. Στο κέντρο αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκεται ο Χρήστος Μάστορας. Ως ηγετική μορφή των Oνιράμα, κατάφερε κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Να συνδυάσει φωνή και εικόνα σε έναν ενιαίο, στιβαρό χαρακτήρα.

Ο Ιωάννης Παπαζήσης, με το χαρακτηριστικό χαμόγελο και την ανεπιτήδευτη γοητεία του, υπήρξε από τις πιο ζεστές και αγαπητές παρουσίες του ελληνικού θεάματος, ένας ηθοποιός που κέρδιζε το κοινό με χιούμορ, ευγένεια και αληθινή χαρά ζωής. Στη σύγχρονη σκηνή, ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης, με το μελαγχολικό βλέμμα και την εσωτερική ενέργεια που μεταφέρει σε κάθε του ρόλο, εκπροσωπεί έναν νέο τύπο άνδρα, πιο σκοτεινό, πιο ψαγμένο και έντονα κινηματογραφικό. O Γιώργος Χρυσοστόμου αποτελεί μια από τις πιο ξεχωριστές φυσιογνωμίες της εποχής, με καλλιτεχνική δύναμη, χιούμορ, αφοπλιστική αμεσότητα και χαμαιλεοντική ικανότητα να μεταμορφώνεται σε κάθε ρόλο, δημιουργώντας έναν από τους πιο αυθεντικούς και σύγχρονους ανδρικούς μύθους της γενιάς του.

Από το επιβλητικό θεατρικό ύφος της προπολεμικής Ελλάδας μέχρι τη σύγχρονη εποχή των εκατομμυρίων προβολών, η χώρα μας δημιούργησε μια εκπληκτικά ποικιλόμορφη ιστορία ανδρικών ειδώλων. Κάθε δεκαετία είχε τον δικό της πρωταγωνιστή και κάθε εποχή έβαλε το δικό της λιθαράκι σε μια διαδρομή που δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί ο άνδρας είδωλο στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας όμορφος άνθρωπος. Είναι η αντανάκλαση της ψυχολογίας, των προσδοκιών και των ονείρων κάθε γενιάς.
Διάβασε επίσης: Τα πιο «τοξικά» ελληνικά τραγούδια που όμως τα τραγουδάμε σαν ύμνους
Για σχόλια, μηνύματα ή φωτογραφικό υλικό σχετικά με το Mad.gr, επισκεφτείτε μας στο Facebook, επικοινωνήστε μέσω Twitter ή ακολουθήστε μας στο Instagram.




